Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012


Τα                                  διότι

γιατί              τα

και

α΄ Σας βρίσκω καλοταϊσμένους

Πού να την ξέρετε τη λέξη λιμοκτονώ;

β΄ Πού να σε βρω χωμένο,

Έτσι όπως είσαι στενοσόκακος,

Κι εγωληστής;

γ΄ Πώς να πάρω νέες αποφάσεις,

Αφού η καρδιά μου κρατά

Όλο το ίδιο στασίδι;

±

Γ΄ Σταθερή αξία

 Η ρανίδα του αίματος

Και του κοπιάζω.

Β΄ Σε καιρό δικτατορίας

Τα μάτια μεγαλώνουν διάπλατα

Και συρρικνώνονται αντιστρόφως τα χείλη

A΄ Είμαστε μπάμπουσκες κυβιστικές

Χωράμε εντός γενεές και εποχές

Χωρίς ποτέ να τις καταβροχθίζουμε



Θ. Π.


Τρίτη, 17 Απριλίου 2012


Και να ’ταν οι ώρες όλες

στριμωγμένες σε μια αγκαλιά

Και να ’ταν τα φιλιά εδώ

στην άκρη έτοιμα…

Και να’ταν  ξέξασπρες οι παλάμες

για να χαράζεις τη μοίρα σου

Και να ήταν ιριδίζων ο ουρανός

και χρυσαφιά η θάλασσα

Και να έρχονταν καμιά φορά

τα άδικα τα πάνω, κάτω.

Αχ, και τη θέση μας να δίναμε λιγάκι

στους νεκρούς που αγαπήσαμε!

Και να ‘ταν μια σταλιά χαρούμενο

το βλέμμα της εικόνας,

και ο δεκαπενταύγουστος διπλός,

κι ο κόκορας ξυπνός τα βράδια ,

και η χαρά παντοτινή

- έστω κάθε πρωί



Χρόνια καλά !

Θεοδώρα Π.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012


Εμείς τα ρόδια και τα θυμάρια τα κάνουμε ένα μέσα στο λιοτρίβι .
Εκεί που ο μόχθος ξεχνιέται, και η έξω φύση δένει τους εντός σε ηθελημένο γόρδιο κόμπο.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Γυναίκα και Άνδρας

Γυναίκα-& Άνδρας
 
 Η γυναίκα  ερρύη                                                                          Ο άνδρας  πηγάζει

τα κάλλιστα:                                                                                  τα άριστα:



Κόβει κομμάτια                                                                              Δαμάζει τ’ ατίθασα

τον ομφάλιο λώρο                                                                         βουκεφάλια οράματα.

για να μην στραγγαλίζομαι.   

                

Αψηφά την οργή του αφέντη                                                      Βαδίζει μοναχόβροτος

κι  αγκαλιάζει  κρυφά απ’ τη μάντρα                                          ως μελ αχρ οινός άγγελος

και τα δικά του εξώγαμα. 



Διώχνει απ’ τη φωλιά της την άνοια                                          Φαντάζει εμβρόντητο παλίμψηστο

για να θρονιάζει πάντοτε εντός της                                            μονής Βατοπεδίου

συναισθηματική η ισορροπία.



Χαράζει πάνω στη σάρκα της                                                     Προπέμπει και ψυχοδέχεται

πυρωμένους μαύρους σταυρούς                                                  στο νεόκοσμο

να ξορκίσει τους βιαστές.



Δαγκώνει τις ρόγες στα δάχτυλα                                               Όλο διδάσκει

να ταΐσει  με αίμα                                                                         και ποτέ δεν μαθαίνει…

τα πεινασμένα τα παιδιά του Πειραιά…











*****************************************************************************************









η Γυναίκα                                                         ο Άνδρας





Συντονίζει τους χτύπους της Καρδιάς         Καταθέτει το είναι στα πόδια της


στον ήχο της δικής του                                  χρυσό, λίβανο και σμύρνα


για να πορεύονται εν άλω





Πατάει ως παιχνιδιάρικο                                Κολυμπά μόνο στο βυθό της ευαισθησίας


ουράνιο τόξο                                                    και συλλέγει ανεμώνες στους Καιάδες


με το αριστερό πόδι





Με ανέμπνευστο τρόμο                                   Κερί που ρέει ολόγυρα


απωθεί τα γέρικα                                            απ’ τη σφοδρότητα της επιθυμίας


καλοτυχίζοντας τα μαγικά





Εκπέμπει                                 Δουλεύει σαν είλωτας πολύ στη Σπάρτη


απολαυστική Οικειότητα                                                     και δίχως ανασασμό στα αμελέ ταμπουρού


με αρχαϊκό, διορατικό χαμόγελο





Και πλάθει όνειρα-σχήματα                         Και πίνει κάθε πρωί έναν καφέ


σαν κοκοράκια                                            παρέα με το Χάρο


ή και αναρίθμητα σμήνη πουλιών.





Από τον Ομφαλό της                                     Από τις Πλάτες του


αρχίζει το  ΄Ο λ α ,                     αρχίζει το Δ ε ν,


και ατελεύτητα


κα  ↓                               ↑νει.


τε  ↓                 ↑ βαί


βαί  ↓           ↑ νε


νει ↓.     ↑ Α





*****************************************************************************************

Εσύ φυτεύτηκες εξ αρχής


κυπαρίσσι


Μακριά, ψηλή η σκιά σου


Κι όσοι στοιχίζονται εκεί,


Χειμώνες, καλοκαίρια,


μπαίνουν σε ευθεία μοναχική


Και στoιχειώνουν σαν σκιάχτρα




Μεγάλωσα ως φθινόπωρα καρποφόρα


Κύκλος οι άνθρωποι στα φύλλα-μήλα μου


Που κι άγουρα


Κάθε άνοιξη


Αφήνουνε δροσιές και ευωδία


Να γεύονται


Οι Παραδειζόμενοι







*****************************************************************************************